Photo

Νίτσε: Η Εποχή του Μηδενισμού

Ομιλία που εκφώνησε ο Φιλόσοφος Αλέξης Καρπούζος στα πλαίσια του μορφωτικού προγράμματος ‘’Μεταμόρφωση της Σκέψης και Εξέλιξη της Συνειδητότητας’’ που διοργάνωσε το ‘’Εργαστήριο Σκέψης’’ την Άνοιξη του 2017.

Κάθε σημαντική σκέψη εμπεριέχει πάντα την ίδια της την αντίφαση, την παραδοξότητα και την πολυσημία της. Ακριβώς γι΄αυτό δεν σημαίνει τίποτα να της αντιταχθούμε με πολεμική διάθεση ή να εξαντληθούμε στο θαυμασμό σαν να ήταν ιερό κείμενο. Θα ήταν πιο γόνιμο να να την εξετάσουμε, να της θέσουμε ερωτήματα και να αναδείξουμε τη ριζική ένταση που τη διέπει, η οποία συχνά λησμονείται. Μία και μόνο σκέψη εμπνέει όλα τα κείμενα του Νίτσε που η θεματική τους ποικιλία επισκιάζει την ενότητα που τα συνδέει. Αυτή η σκέψη έχει φιλοσοφική προέλευση και θέλει να ανατρέψει την παραδοσιακή μεταφυσική της Δύσης, να ξεπεράσει και να καταργήσει τη φιλοσοφία, πραγματώνοντάς τη μέσω των βουλητικών δυνάμεων της ζωής, του πάθους και της δημιουργίας. Το ίδιο ακριβώς επεδίωξε και ο Μάρξ με την κριτική της αλλοτρίωσης του ανθρώπινου είναι – της αλλοτρίωσης της εργασίας και της οικονομίας, της πολιτικής, της ανθρώπινης ύπαρξης και των ιδεών – αποβλέποντας στην επανασυμφιλίωση του ανθρώπου με τη Φύση κι τη φύση του. Αν για τον Μάρξ επανασυμφιλίωση σημαίνει κατάκτηση του κόσμου από τον άνθρωπο μέσω του απεριόριστου ξετυλίγματος των δυνάμεων της τεχνικής που θα επιφέρει πλήρη ικανοποίηση των ζωτικών αναγκών ,τη βασιλεία της αφθονίας και τον κόσμο της διαφάνειας παντός είναι και παντός γίγνεσθαι για τον Νίτσε πραγμάτωση της φιλοσοφίας και επανασυμφιλίωση του σνθρώπου με τον εαυτό του και τον κόσμο σημαίνει αποδοχή της δημιουργικής ορμής της ζωής, της βούλησης για δύναμη και παραγωγή κανονοφανών εμπειριών και μορφών, μη αναγώγιμων στο ιστορικό παρελθόν. Όμως και οι δύο –με συγκλίσεις και μεγάλες διαφορές- διατηρούνται δέσμιοι της μεταφυσικής παράστασης του νεώτερου κόσμου που αποδίδει για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου προνομιούχο ρόλο στην ανθρώπινη υποκειμενικότητα, η οποία καθίσταται το θεμέλιο παντός είναι. Μέσα σ΄αυτό το πλαίσιο, ο Κόσμος αποτελείται από τον κόσμο του υποκειμένου και τον κόσμο των αντικειμένων, καθώς ο άνθρωπος είναι το γιγνώσκον και (αντικειμενικό) Υποκείμενο που δρα επί των αντικειμένων και τα συλλαμβάνει μέσω της αναπαραστατικής του ικανότητας.

Ο Νίτσε δεν είναι ένας ‘’συστηματικός’’ φιλόσοφος με την κλασική έννοια, αλλά ένας στοχαστής που στοχεύει αποσπάσματα της Κοσμικής Ολότητας, η σκέψη ‘’του’’ όμως δεν είναι διαχωρισμένη από το διάβημα και από την ολότητα της ιστορίας της σκέψης. Το έργο ‘’του’’ εντάσσεται στο χρόνο, διαφωτίζει και πραγματώνει μια από τις όψεις του Κόσμου, εντάσσεται στο γίγνεσθαι του όντος και  εκφράζει μια κίνησή του, κίνηση που θα την χαρακτηρίζαμε διαλεκτική. Η Ίδια η Διαλεκτική όμως, πέραν από την αξίωση ενοποίησης της Σκέψης και του Κόσμου, του Υποκειμένου και του Αντικειμένου, διατηρεί τους αντιθετικούς όρους και δεν τους ξεπερνά προς την κατεύθυνση της ενιαίας και πολυδιάστατης σκέψης και του κοινού του ορίζοντα, του Αόρατου, που δεν είναι καν ορίζοντος, αλλά αβυσσαλέο άνοιγμα. απεριόριστων δυνατοτήτων.

                                           Ιστορικο-Φιλοσοφικό πλαίσιο

Το ιστορικο-φιλοσοφικό πλαίσιο στο οποίο εγγράφεται η σκέψη του Νίτσε συντάσσεται από τη διαμάχη ανάμεσα στον κοσμικό ορθολογισμό και το λογικό αθεϊσμό του Διαφωτιισμού από τη μια πλευρά κα τον ανορθολογικό αντι-Διαφωτισμό και το άλογο άλμα πίστης από την άλλη. Έννοια ή Ζωή; Λόγος ή Πάθος; Αυτά είναι τα θεμελιώδη ερωτήματα που απασχολούν τον φιλοσοφικό στοχασμό τον 19ο αιώνα Το ζήτημα της θέσης του Λόγου και της ορθολογικότητας ενός μεγάλου μέρους της ανθρώπινης ύπαρξης αποτέλεσε τη σύγκρουση που βρίσκεται στον πυρήνα των διαφωνιών στην ηπειρωτική παράδοση μέχρι και τις ημέρες μας, παραδείγμτος χάριν, στη διαμάχη νεωτερικότητας / μετανεωτερικότητας. Ο Νίτσε επιχειρεί να θέσει όρια στις δυνατότητες του Λόγου και της ορθολογικότητας –είχε προηγηθεί ο Κάντ με την Πρώτη Κριτική – την Κρτική του Καθαρού Λόγου – και να αναδείξει τις ψυχο-φυσιολογικές ενορμήσεις ως δυνάμεις διάπλασης  και μορφοποίησης της μοίρας του  όντος . Ο Νίτσε, όπως και ο Κίρκεγκωρ, επέκριναν την εννοιολογική συστηματοποίηση της ιστορικής ζωής και τον  αφηρημένο –αντικειμενικό συλλογισμό που εξέφραζε η φιλοσοφία του Χέγκελ και αντέταξαν, όχι μόνο ως επιχείρημα αλλά και ως μαρτυρία ζωής το φευγαλέο και ασαφή χαρακτήρα της ζωής και της ύπαρξης και την βιωμένη εμπειρία της υποκειμενικότητας. Απέναντι στον κοσμικό χωροχρόνο και την αντικειμενικότητα της αλήθειάς του που επιχείρησε να περιγράψει ο υπερβατικός ιδεαλισμός του Χέγκελ, αντέταξαν την υπαρξιακό χωροχρόνο της υποκειμενικής εμπειρίας και την εσωτερική –ατομική αλήθεια, όπως αυτή διαμορφώνεται τις κρίσιμες στιγμές από τις επιλογές και τις αποφάσεις του υποκειμένου που καταργούν και συγχρόνως θεσπίζουν καινούργιες δυνατότητες. Εν ολίγοις, επεσήμαναν ότι η αμιγώς διανοητική σύλληψη του νοήματος του κόσμου έχει περιορισμένη εμβέλεια στα ζητήματα της ζωής και της ψυχής και πρέπει να συμπληρωθεί από τη βούληση  και τη δύναμη των αισθημάτων. Η σύλληψή τους αυτή συνέβαλλε αποφασιστικά στο να προαισθάνθούν τα προμηνύματα της ανθρωπολογικής συμφοράς που διαμορφώνονταν στην εποχή τους από την απλοϊκή φόρμα της επιστημονικής γνώσης και την κυριαρχία των αφηρημένων νοητικών-γνωστικών σχημάτων Χωρίς να ολισθήσουν στον ιρασιοναλισμό, αποδέχτηκαν τη δύναμη της λογικής, την εγκυρότητα του λογικού ισχυρισμού και της επιστημονικής σκέψης, αλλά αναγνώρισαν και τα όρια της στην καθοδήγηση της ζωής. Αναγνώρισαν την απεριόριστη πλαστικότητα και ελαστικότητα της ψυχής, το αβυσσαλέο χάος της, την ανορθολογική και παράλογη όψη της και διερεύνησαν τον ακοινωνικό χαρακτήρα των ενορμήσεων, τον ακατανόητο, αχαλίνωτο και αντιλειτουργικό χαρακτήρα τους, τον εγωκεντρισμό της ψυχικής μονάδας, την παντοδυναμία του ασυνειδήτου, την ικανότητα μετουσίωσης, την ικανότητα συμβολισμού, την αντικατάσταση της ηδονής του οργάνου από την ηδονή της παράστασης και την ακόρεστη δίψα για νόημα. Επιχείρησαν να αποκρυπτογραφήσουν τις διαδικασίες της κοινωνικής θέσμισης μέσω των βαθοδομικών ψυχικών χαρακτηριστικών και υποψιάστηκαν ότι αυτό γίνται είτε με καταστολή είτε με μετουσίωση τους. Εν τέλει, αμφισβήτησαν τη δύναμη της λογικής να εισχωρήσει και να φωτίσει πλήρως  τις ψυχικές δυνάμεις που διαμορφώνουν τις κοινωνικο-ιστορικές πεποιθήσεις και καθοδηγούν το βίο των ανθρώπων και ανέδειξαν τον καθοριστικό ρόλο της ασυνείδητης φύσης της ψυχής στη διαμόρφωση των παθών, των στάσεων και των συμπεριφορών. Μ΄αυτή την έννοια προοικονόμησαν τις εξελίξεις στο χώρο της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης.

                              Μεταφυσική και Αθωότητα του Γίγνεσθαι

Τι είναι Μεταφυσική; Ο Νίτσε ορίζει τη μεταφυσική ως τη διαίρεση του Όλου στα δύο, η οποία προέκυψε όταν η μυθική ενότητα της προφιλοσοφικής εμπειρίας του Κόσμου, όπως εκδηλώθηκε στους προσωκρατικούς στοχαστές και τους τραγικούς της αττικής περιόδου, άρχισε να διαχωρίζεται από τον Πλάτωνα στις περιοχές του Είναι και του φαίνεσθαι, του υπεραισθητού και του αισθητού.Ο Νίτσε αντιστρέφει την πλατωνική οντολογική αντίθεση ανάμεσα στο Είναι και το Γίγνεσθαι, θέτει ως πρωταρχικό το Γίγνεσθαι και διακηρύτει την αθωότητα του Γίγνεσθαι. Έτσι όμως αντιστρέφει τους όρους του κλάσματος της δυτικής μεταφυσικής και διατηρείται δέσμιός της, αν και υποδεικνύει τον δρόμο για έναν μη μεταφυσικό στοχασμό, πιο ανοιχτό και ποιητικό που δεν δεσμεύεται από τις κατηγορίες του κλασικού Λόγου (Αντικειμενικού)  ή μοντέρνου Λόγου (Υποκειμενικού).

Ο Νίτσε, ως αντίλαλος της σκεπτόμενης ρήσης του Ηράκλειτου «Αιών παίς εστί παίζων, πεσσεύων παιδός ή βασιληίη», ξεπερνώντας την ανθρωπολογική και ουμανιστική ερμηνεία του Κόσμου, κατανοεί τη μη ολική ολικότητα του Κόσμου-Τίποτα, τον Κόσμο ως παιχνίδι του Χρόνου, τον Χρόνο ως Παιχνίδι και συνδέει τον άνθρωπο με την αλήθεια και την πλάνη που του επιβάλλεται. Αλήθεια και Πλάνη είναι προσωπεία του περιπλανωμένου ρυθμού, του ενιαίου και αδιαίρετου Χρόνου που επαναλαμβάνεται αιώνια, σύμφωνα με τον Νίτσε, υπό τη μορφή της αέναης ροής δύναμης απο σημείο σε σημείο και θέτει τον κόσμο πάντα σε σχέση με την προοπτική. Όμως και ο ‘’προοπτικισμός’’ του Νίτσε συνιστά μια προοπτική αυτού που δίνεται προς προοπτική θέαση, δίχως αυτό να είναι Όν, Ιδέα ή Μορφή. Αυτό, το καλειδοσκοπικό Αόρατο Εν που μετέχει σ΄όλα και όλα μετέχουν σ΄αυτό δίχως να ταυτίζεται μ΄αυτά, συνιστά το Άνοιγμα της Αβύσσου, μπροστά στο οποίο ο Νίτσε υποχωρεί.

                                    Η Προοπτική θεώρηση του Κόσμου

Ο ‘’προοπτικισμός’’ του Νίτσε αρνείται την ύπαρξη ενός άχρονου και αμετάβλητου Κόσμου, αναγνωρίζει τη χρονική φύση της ανθρώπινης κατάστασης, που επιβάλλει τη δυναμική και εν τω γίγνεσθαι ύπαρξη του ατόμου που δεν είναι ποτέ στατική και ολοκληρωμένη. Αυτό σημαίνει ότι η ζωή δεν ακολουθεί τη ροή ορθολογικών συλλογισμών και είναι πάντα ανοιχτή στην αβεβαιότητα που επιφυλάσσει το μέλλον, Τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με ακρίβεια τί συμβαίνει κάθε στιγμή. Η ασάφεια, η αοριστία και τα διφορούμενα, διαποτίζουν τη ψυχο-φυσική ζωή. Ειδικά σε θέματα ηθικής δεν μπορεί να αναζητηθεί μαθηματική ακρίβεια, επιλέγουμε και αποφασίζουμε και αυτό ενέχει ρίσκο. Ειδικά τα ερωτήματα για την ύπαρξη ή όχι κοσμικής αλήθειας και για το νόημα της ζωής δεν μπορούμε να τα μεταφράσουμε σε μια καθολική αντικειμενική γλώσσα που να υποδεικνύει ένα μοναδικό δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε. Η αλήθεια για αυτά τα ερωτήματα δεν είναι ζήτημα ανακάλυψης αλλά υπαρξιακής απόφασης και φυσικά η απόφαση δεν επιλέγει στα τυφλά χωρίς κριτήρια, ωστόσο η φύση της επιλογής δεν καταργεί απλώς μια υπάρχουσα κατάσταση αλλά κυρίως θεσπίζει μια καινούργια. Ακριβώς γι΄αυτό το λόγο ο Νίτσε είχει μια αμφίθυμη στάση απέναντι στον Σωκράτη, από την μια επέκρινε με δριμύτητα την ευλαβική προσήλωση στον ορθό Λόγο, από την άλλη όμως αναγνώριζε το θάρρος του να τολμήσει το «άλμα» στο κενό, εκτιμούσε την απόφασή του να ρισκάρει και να διακινδυνεύσει πέρα από τη βεβαιότητα της λογικής σκέψης και να βιώσει την ένταση της πιθανότητας η ζωή να συνεχίζεται με διαφορετικό τρόπο μετά τον θάνατο.

                                             Ο κόσμος ως ερμηνεία

Μέσα σ΄αυτό μεταφυσικό και οντολογικό πλαίσιο τίθεται το ζήτημα της ερμηνευτικής μεθόδου. Η αντι-καρτεσιανή φύση της ερμηνευτικής μεθόδου θέτει το γνωσιοθεωρητικό πλαίσιο των πολλαπλών εννοιών της αλήθειας και των πολλαπλών ορθολογισμών και αυτό γιατί η γνώση –για τον Νίτσε συγκεκριμένα- είναι ερμηνεία που διενεργείται σε ιστορικο-κοινωνικό και ψυχο-φυσιολογικό συγκείμενο, έτσι αρνείται την ύπαρξη ενός θεμελιώδους «κειμένου» και διαγράφει την ελπίδα οριστικής κατανόησής του. Η γνώση δεν μπορεί ποτέ να είναι απόλυτη ή αποδεικτική-αιτιώδης, είναι η ερμηνεία της ερμηνείας, αυτή η πεποίθηση κατατείνει σ΄ένα είδος πραγματιστικής προσέγγισης της αλήθειας και της γνώσης. Η γνώση, σύμφωνα μ΄αυτή τη θεώρηση, είναι γνώση-δύναμη, Η απουσία ενός άχρονου κόσμου και ως εκ τούτου η ανυπαρξία αντικειμενικής Αλήθειας, αποδεσμεύει τις δημιουργικές δυνατότητες του ανθρώπου από τον ασφυκτικό κλοιό που τις είχε θέσει ο Κλασικός Λόγος και προσφέρει στο πάθος και τη φαντασία τα πρωτεία της γνωστικής παραγωγής. Με τον Νίτσε η αλήθεια χάνει το  Αντικειμενικό έρεισμά της και ‘’προσωποποιείται’’, γίνεται ηθική αξία που βιώνεται υποκειμενικά ως βεβαιότητα. Το άτομο, δυνητικά, μπορεί να αποτινάξει τα νοητικά και ηθικά κληροδοτήματα της παράδοσης και της ιστορίας, που λειτουργούν ως στερεότυπα πρότυπα σκέψης και δράσης και οδηγούν στην ομοιομορφία, δηλαδή στην απώλειια της ατομικότητας και να χαράξει τη δική του πορεία, να δημιουργήσει μια ψυχο-νοητική ασυνέχεια και να γίνει πρωτότυπο, δίχως πρότυπο. Αυτό βέβαια απαιτεί την απομάκρυνση του ατόμου  από την αγελαία ζωή και την υιοθέτηση της μοναχικής ζωής που θα του δίνει τη δυνατότητα να επιτύχει την εναρμόνιση ζωής και σκέψης, κατά το σωκρατικό πρότυπο. Με την παραπάνω θέση, ο Νίτσε, επικρίνει τη καινούργια μυθολογία του Λόγου, το πνεύμα της αφαίρεσης που οδηγεί σε μια  νοητική ομοιομορφία, τη κυριαρχία της επιστημονικής φόρμας και την μαζική κοινωνία – και τους φορείς της -που διαμορφώνεται, μέσα στην οποία οι άνθρωποι υποτιμούνται, αλλοτριώνονται και αποξενώνονται από τον εαυτό τους και τους άλλους, χάνουν την αίσθηση της αξίας τους. Έτσι, χάνεται η ποικιλία, η διαφορετικότητα και η ελευθερία της ιδιαιτερότητας. Συνέπεια τούτου είναι ο φόβος για το ρίσκο και τη διακινδύνευση, ο φόβος για τη δημιουργία, η αποστροφή για το μεγαλείο, την ευγένεια και τη γενναιοδωρία, χαρακτηριστικά του αριστοκρατικού πνεύματος και ήθους που ο Νίτσε επιφυλλάσσει στους ‘’εκλεκτούς’’. Ο μνησίκακος ανθρωπολογικός τύπος που διαμορφώνεται στην αγελαία ‘’κοινωνία’’ ρέπει στον φανατιισμό και τη μισαλοδοξία, ζηλεύει, φθονεί και επιδιώκει την καταστροφή των δημιουργικών πνευμάτων που τον ταπεινώνουν μιας που δείχνουν την ασημαντότητά του. Ο ίδιος ο μνησίκακος άνθρωπος είναι η επαρκέστερη απόδειξη του εκφυλισμού και της παρακμής, είναι η ανθρωπολογική έκφραση του μηδενισμού ή αλλιώς διατυπωμένα, το τέλος του ανθρωπισμού και του ουμανισμού. Σ΄αυτό το σημείο, ο Νίτσε απευθύνει κάλεσμα στα ελεύθερα πνεύματα, τους μοναχικούς, τους διαφορετικούς, να μην επικαλούνται πλέον τα ιδανικά και τις αξίες της αγέλης και να χαράξουν με τη θέληση, τη δημιουργικότητα και το πάθος τους ένα  νέο μονοπάτι ζωής, μια μεταστροφή της εμπειρίας. Μόνο έτσι θα καταξιώσουν την ανθρωπινότητα του ανθρώπου, θα διασώσουν και θα εξυμνήσουν την ανθρωπιά, όταν οι ίδιοι υπομείνουν και αντέξουν την απουσία μεταφυσικού σκοπού και θεολογικού νοήματος και καταφέρουν να δημιουργήσουν μια ζωή με αξία και νόημα.

                                Η διάγνωση του Μηδενιστικού πνεύματος

Ο Νίτσε διαγνώσκει τα αίτια του μηδενισμού – τα αποδίδει στη πίστη στην υπερβατικότητα της θεότητας, στην αθανασία της ψυχής και την ηθική του δούλου που έχουν καλλιεργήσει όλες οι μεταφυσικές αρχές, φιλοσοφικές, θρησκευτικές και ιδεολογικές – και διαβλέπει την επέλαση και την επικράτηση του υπαρξιακού κενού. Στηλιτεύει, χωρίς περιστροφές, όλων των ειδών τους –ισμούς που αφαιρούν την πίστη στην παρούσα ζωή για χάρη της κενότητας των αφηρημένων θεολογικών-μεταφυσικών ιδεωδών που αναφέρονται σ΄ένα μοραλιστικό και ηθικολογικό επέκεινα (υπερβατικό ή εκκοσμικευμένο) και εδράζονται σ΄ένα διαχρονικό σύστημα αξιών το οποίο απαξιώνει, ποινικοποιεί και συνθλίβει τη βουλητική δύναμη για πνευματική δημιουργία και ψυχικο-ηθική ανανέωση. Όλα τα παρασιτικά στοιχεία στην ιστορία όχι απλώς επικαλούνται αυτό το σύστημα αξιών για να εδραιώσουν, να αναπαραγάγουν την θεσμική εξουσία τους και βέβαια να αποτρέψουν το υγιές, το δυνατό, το άριστο να αναδειχθεί και να φωτίσει καινούργιους δρόμους εμπειρίας και σκέψης, αλλά το αναγορεύουν σε αδιαπραγμάτευτη δύναμη αξιολόγησης της ζωής.

Έτσι, ο Νίτσε, κηρύσσει το θάνατο της πίστης στο θεό, τον οποίο έχει διακηρύξει η σύγχρονη επιστήμη,  την αποδόμηση των υπερβατικών ιδανικών, των αξιών, των σημασιών και το τέλος του μεταφυσικού σκοπού. Προβλέπει ότι πλησιάζει η εποχή όπου το ερώτημα «γιατί συμβαίνει ό,τι συμβαίνει» δεν θα απαντιέται, θα παραμένει δηλαδή μετέωρο και η ερήμωση του νοήματος θα απλώνεται  και θα καταλαμβάνει όλη την υπαρξιακή επικράτεια. Η διάγνωση του μηδενισμού από τον Νίτσε συνοδεύεται από το αίτημα για το ξεπέρασμά του. Αυτός είναι ο λόγος που επιμένει ότι νέες κατηγορίες και νέες αξίες απαιτούνται που θα μάς επέτρεπαν να αντέξουμε αυτό τον κόσμο του γίγνεσθαι χωρίς να περιέλθουμε σε απελπισία ή να εφεύρουμε κάποιον θεό και να υποταχθούμε ενώπιον του για άλλη μία φορά. Θέτει τον εαυτό του στην υπηρεσία του ξεπεράσματος του μηδενισμού και προτείνει την κατάργηση των υφιστάμενων αξιών του ιουδαικού-χριστιανικού πολιτισμού – την μεταξίωσή τους, την επαναξιολόγησή τους – και το ξεπέρασμα του ανθρώπου από τον υπεράνθρωπο. Ο υπεράνθρωπος, αποδεσμευμένος από κάθε ηθικό καταναγκασμό, δημιουργεί τις δικές του αξίες, γίνεται ο  «Νόμος», το νόημα της ζωής και πραγματώνει την πλήρη αυτονομία του, ενάντια στους περιορισμούς των υπερβατικών αρχών. Η μέγιστη δημιουργική αύξηση της ζωής συνιστά το ιδεώδες αυτού του πλάσματος που διαδέχεται τον άνθρωπο. Μπορούν όμως όλοι οι άνθρωποι να ανταποκριθούν σ΄αυτό το ιδεώδες; Η δυνατότητα και η ικανότητα δημιουργίας ανώτερων ηθικών και αισθητικών αξιών που καταφάσκουν και εξυψώνουν τη ζωή, επιφυλάσσεται μόνο στα ‘’ελεύθερα πνεύματα’’. Θέτουμε σε εισαγωγικά τα ελεύθερα πνεύματα για να δείξουμε ότι για τον Νίτσε δεν υφίσταται ελεύθερη βούληση, πράγμα που σημαίνει ότι τα ‘’ελεύθερα πνεύματα’’ δεν μπορούν να πράξουν διαφορετικά, δεν έχουν τη δυνατότητα της επιλογής. Φαίνεται, ο Νίτσε, να υποστηρίζει ότι τα ελεύθερα πνεύματα είναι γενετικά προγραμματισμένα να υπακούουν σ΄αυτό που αντιλαμβάνονται, να ενεργούν με τρόπο που παρακάμπτει την αγελαία συμπεριφορά, που καταφάσκει στα κίνητρα για ζωή και σφραγίζει με τη δύναμη και το θάρρος του τις συνειδήσεις. Φαίνεται να προυπογράφει ένα είδος ψυχο-κοινωνικού ντετερμινισμού. Σ΄αυτό το σημείο αναδεικνύεται ο ‘’σκληρός’’ πυρήνας της σκέψης του Νίτσε. Ο Νίτσε αρνήθηκε σθεναρά κάθε έννοια ελεύθερης βούλησης αλλά και την ηθική επιλογή που εδράζεται σ΄αυτήν, έτσι όμως απορρίπτει την έννοια της ευθύνης και απαλλάσσει ό,τι συμβαίνει στον ανθρώπινο κόσμο. Η στοχαστική του προσπάθεια συνίσταται στο να επαναφέρει στη γη τον άνθρωπο, να τον απομακρύνει από τη πλάνη του υπερβατικού και του αιώνιου. Αυτή η προσπάθεια τον έστρεψε στις βιολογικές-φυσιολογικές και πολιτισμικές δυνάμεις που συνιστούν τον άνθρωπο και οι οποίες αποτελούν τη λογική προυπόθεση για τη διατύπωση κρίσεων σε επίπεδο ηθικής. Όλες αυτές οι ιρασιοναλιστικές δυνάμεις και ορμές συντάσσουν τον σημασιολογικό χώρο που ορίζεται από τον Νίτσε ως «βούληση για δύναμη». Η «βούληση για δύναμη» συνιστά το πρωταρχικό αίτιο της συμπεριφοράς. Όμως τι είναι η «βούληση για δύναμη»; Η ερώτηση αυτή προκύπτει από το μεταφυσικό ερώτημα «τελικώς τι υφίσταται»; Αν και ο Νίτσε είναι αρνητικά προδιαθετημένος απέναντι στη μεταφυσική εντούτοις δεν ξεφεύγει από τα δίχτυα της. Αναζητά και θέτει μια μεταφυσική αρχή και τη θέτει ως υπερβατικό αίτιο της κοσμικής δημιουργίας και κατ΄ επέκταση της ανθρώπινης ιστορίας. Η βούληση για δύναμη με την κοσμική έννοια είναι η κινητήριος δύναμη του σύμπαντος, από βιολογική άποψη, αποτελεί την ακατανίκητη κινητήρια δύναμη της βιόσφαιρας, ενώ στην ψυχολογική της διάσταση, αποτελεί την ορμή για εξουσία και έλεγχο. Όπως σημειώνει ο Paul Ricoeur «η φύση στο σύνολό της είναι η βούληση για δύναμη» και μ΄αυτή την έννοια κατέταξε τον Νίτσε στους μέτρ της δυσπιστίας, μαζί με τον Μάρξ και τον Φρόυντ. Σ΄αυτό το σημείο να σημειώσουμε ότι η βούληση για δύναμη, όπως για τον Μάρξ η Πράξη και για τον Φρόυντ το Ασυνείδητο είναι μεταφυσικές αρχές, οι οποίες τέθηκαν ως ανώτερες ενοποιητικές αρχές για να ξεπεραστούν οι δυϊσμοί που είχαν προκύψει από το καντιανό σύστημα.

                Ελευθερία, ευθύνη, κληρονομείν  και μεταξίωση των αξιών

Ο θάνατος του θεού και η έλλειψη πίστης στο υπερβατικό θείο που έχει διακυρήξει η σύγχρονη επιστήμη σημαίνει για τον Νίτσε ότι πρέπει να αναλάβει ο άνθρωπος την απόλυτη ελευθερία του. Αυτό, αν το ερμηνεύσουμε με φαινομενολογικούς όρους, σημαίνει ότι όλος ο  ‘’κόσμος’’ (ο ορίζοντας των προθέσεών μας)  αποτελεί δική μας δημιουργία για την οποία φέρουμε αποκλειστική ευθύνη. Ο Νίτσε δεν δικαιολογεί ποτε το αυτεξούσιο, αντίθετα, αναφέρεται στην ευθύνη στον υπέρτατο βαθμό:     Πώς μπορεί ο άθρωπος να κατοικεί έναν κόσμο χωρίς Θεό; Πώς μπορεί να δώσει νόημα σε μια γη που δεν κατοικεί πια ο Θεός; Πώς μπορεί να το κάνει αυτό όταν παραδίδει την ευθύνη της ελευθερίας του στα Είδωλα της Μεταφυσικής; Τα ερωτήματα αυτά συγκροτούν το νόημα του ηθικού στοχασμού του Νίτσε και συγχρόνως απευθύνει κάλεσμά  να επωμισθεί ο άνθρωπος την πρόκληση της ελευθερίας. Αυτό που απαιτεί ο Νίτσε είναι ο άνθρωπος να αναλάβει το απεριόριστο βάρος της ευθύνης που συνεπάγεται η ανάληψη της ελευθερίας. Δεν διαχωρίζει, όπως καταλαβαίνουμε, την ευθύνη από την ελευθερία, σε αντίθεση βέβαια με τον πυρήνα της υπερμοντέρνας φαντασίωσης περί ελευθερίας που διαχωρίζει την ελευθερία από την ευθύνη και αναγορεύει το Εγώ σε φετιχιστικό είδωλο και βέβαια όπως όλα τα φετίχ –και το Εγώ- καλύπτουν το πρωταρχικό άγχος, το οποίο συνδέεται με τη συνθήκη του ανυπεράσπιστου της ύπαρξης. Ο πανηγυρισμός του Εγώ, της αυτονομίας του, της αυτοτέλειάς του είναι σύμπτωμα της εποχής, ο Λακάν την ονόμασε την «πιο μεγάλη τρέλα». Γιατί τι νόημα έχει η ελευθερία αποσυνδεδεμένη από την ευθύνη; Η ελευθερία διαχωρισμένη από την ευθύνη, συμπίπτει με μια φαντασίωση παντοδυναμίας που εξορκίζει τον πεπερασμένο χαρακτήρα της ύπαρξης. Έτσι το ναρκισσιστικό εγώ στρέφει την πλάτη του στο Άλλο, αναζητά απόλαυση χωρίς το Άλλο. Έτσι, άθελα και ασυνείδητα, επιβάλλει αυτό που θέλει να αποφύγει, τον μηδενισμό του, τον αφανισμό του.

Η φαντασίωση της ελευθερίας αρνείται ότι υπάρχει όριο, ότι έχουμε προέλευση, ότι είμαστε τέκνα μιας γενεαλογικής σειράς για την οποία έχουμε συμβολικό χρέος και η οποία δεν περιορίζεται στον άνθρωπο και την ιστορία του, αλλά σχετίζεται με το σύνολο του κοσμο-ιστορικού γίγνεσθαι. Το Εγώ αρνείται ότι είμαστε τέκνα που έχουμε κληρονομήσει το Υπερβατικό Άλλο, όπως και εάν εκφράζεται, όπου και εάν τοποθετούνται οι εμπειρικές του εκδηλώσεις. Όμως τα τέκνα μπορούν να κληρονομήσουν και το κληρονομείν σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι ήδη ορφανός, γυμνός, έρημος, ελλιπής. Κάθε κίνηση του κληρονομείν προϋποθέτει μια τομή, το χωρισμό, το τραύμα της εγκατάλειψης του Συμβολικού Πατέρα (Νόμου), τη βίωση της απώλειας, την ορφανιά. Το κληρονομείν δεν συνιστά την αναζήτηση μιας καθησυχαστικής ταυτότητας, την παλινδρόμηση στο ιστορικό παρελθόν και στις παρωχημένες ιστορικές ταυτότητες-ταυτίσεις που συνδηλώνουν το φόβο του αποχωρισμού από τα αγαπημένα αντικείμενα άυλα και υλικά και την ανάληψη της ευθύνης για εξατομίκευση και δημιουργία ρηξικέλευθων ιδεών και μορφών ζωής. Το κληρονομείν προϋποθέτει μια ανάληψη του παρελθόντος, διατήρηση και συγχρόνως υπέρβαση του, μια ρήξη με το παρελθόν ένα άλμα στο μέλλον και την εγκαινίαση του καινούργιου. Με άλλα λόγια το κληρονομείν αποτελεί μια ριψοκίνδυνη πράξη, μια πράξη που στοχεύει στο ανεκδήλωτο, το οποίο ενέχει το εκδηλωμένο, μεταμορφωμένο, και το πολιορκεί με θέληση και  δημιουργική φαντασία. Αυτό το έιδος κληρονομείν που περιγράφουμε σημαίνει ότι οι άνθρωποι αφήνουν τους νεκρούς να πεθάνουν και ουσιαστικά τους ολοκληρώνουν, τους τιμούν και τους ξεπερνούν, ενέχοντάς τους. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν είναι πια κληρονόμοι μιας που θεωρούν το Εγώ το θεμέλιο της προσωπικής τους ύπαρξης, σημαίνει ότι δεν πεθαίνουν τους νεκρούς, δηλαδή επιτρέπουν στους νεκρούς να καθορίζουν τη μοίρα τους, δίχως να το αντιλαμβάνονται. Και πέραν από αυτό που έχει κοινωνικο-πολιτικές συνέπειες, ίσως το πιο συγκλονιστικό είναι το γεγονός ότι αρνούνται το θάνατο, αρνούνται τη θνητότητα και το πεπερασμένο της ύπαρξης και έτσι φοβούνται να ζήσουν, να ζήσουν ως δημιουργοί, ως πειραματιστές, ως καινοτόμοι, να παράξουν τις δικές τους ζωές, σύμφωνα με τις θελήσεις, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντά τους. Ο συλλογισμός που αναπτύσσουμε καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι νεκροί είναι ακόμα ζωντανοί και οι ζωντανοί είναι ήδη νεκροί.

Ο υπερμοντέρνος διαχωρισμός της ευθύνης από την ελευθερία συνίσταται στον διαχωρισμό της πράξης του λόγου από τις συνέπειές της. Ο Νίτσε είχε επισημάνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ακόμα προετοιμασμένος για την ελευθερία, πως τείνει να την αρνείται, να συμβιβάζεται παθητικά, να καταφεύγει στον όχλο, να απολαμβάνει την απώλεια της ατομικότητάς του. Οι μάζες παραιτήθηκαν από την ελευθερία για να υπηρετήσουν τον Θεό του Αιτίου (της Φύσης – του Θεού – του Ενσυνείδητου Λόγου, της Ιστορίας, της Φυλής, της Ιδεολογίας, του Ανθρωπισμού κ.λ.π). Ο Νίτσε προειδοποίησε ότι η εμπειρία της ελευθερίας είναι αβυσσαλέα, ιλιγγιώδης και αγχωτική. Τα ανθρώπινα όντα είναι ικανά να αναλάβουν την ελευθερία τους; Να αναλάβουν την απουσία μεταφυσικής εγγύησης ή την έλλειψη υπερβατικού θεμελίου; Πράγματι, η ελευθερία προκαλεί άγχος γιατί εκθέτει τον άνθρωπο στο συγκυριακό και χωρίς εγγύηση χαρακτήρα των επιλογών του και των πράξεών του. Ενώπιον του αβάσταχτου άγχους της ελευθερίας οι άνθρωποι εγκαταλείπουν την ατομικότητά τους, θυσιάζουν τον εαυτό τους και αναζητούν καταφύγιο στην  αδιαφοροποίητη μάζα, προσχωρούν στην τρέλα της αγελαίας ζωής και βέβαια ρέπουν στον ολοκληρωτισμό και το μίσος. Στον εικοστό αιώνα η τρέλα της ιδεολογίας προσέλαβε τη παρανοϊκή μορφή της καταστροφής του εχθρού και απορρίφθηκε η αλήθεια, σύμφωνα με την οποία  ο πραγματικός εχθρός  βρίσκεται μέσα μας.

Όσον αφορά το ζήτημα της ευθύνης και τη σχέση της με την ελευθερία παρατηρείται μια αντινομία στη σκέψη του Νίτσε: Την  ευθύνη μπορούν να την αναλάβουν μόνον όσοι είναι  προ-ορισμένοι για κάτι τέτοιο, όσους η φύση  έχει προικίσει με τις απαραίτητες προϋποθέσεις να αναλάβουν το έργο της ανάπλασης της ανθρωπινότητας, να σώσουν τον άνθρωπο από την απόγνωση που προκαλεί η συνειδητοποίηση της κοσμικής ασημαντότητάς του. Αυτό όμως σημαίνει ότι αρνείται την ευθύνη σε όλους όσοι δεν είναι προορισμένοι για ελευθερία, έτσι όμως δεν τους απαλλάσσει και έμμεσα τους νομιμοποιεί, ακυρώνοντας την κριτική του; Οι ηθικές αξίες της ευγένειας και οι αισθητικές αξίες του ωραίου, η ένωση ττου υψηλού με το ωραίο συνασπίζονται για να λυτρώσουν από τη ματαιότητα, μ΄αυτή την έννοια η τέχνη μπορεί να αντικαταστήσει τη θρησκεία. Άλλωστε ο Νίτσε ανατρέχει στη τραγική σκέψη των αττικών ελλήνων αναζητώντας το μίτο της αριάδνης που θα τον κάνει να εξέλθει του διανοητικού λαβυρίνθου στο οποίο έχει εγκλωβιστεί ο σύγχρονος άνθρωπος. Ο μηδενισμός του Νίτσε, εκείνος τον οποίο μάχεται και ο οποίος πλήττει τη θέλησή του δεν αρνείται το ‘’είναι’’ ή τον ‘’κόσμο’’, αλλά το νόημά τους, τις αξίες και τις αλήθειές τους. Δεν αρνείται τη φύση, τη δημιουργία, αλλά τα πάγια νοήματα, τα θεσμισμένα ιδανικά και τις αξίες που ενδύονται την μεταφυσική ουσία, που επικαλούνται τον υπερβατικό Λόγο του Απόλυτου, δηλαδή του άχρονου και του αμετάβλητου. Αν ανατρέξουμε στον αρχαίο στοχασμό, θα λέγαμε ότι η αρχαία σοφιστική με τον οντολογικό και γνωσιοθεωρητικό μηδενισμό της και συγκεκριμένα ο Γοργίας, λέγοντας ‘’ουδέν εστί’’, αναφέρονταν στην αδυνατότητα να μιλήσει κανείς για το «είναι», δεν το αρνούνταν, άλλωστε θα ήταν αδιανόητο για τους έλληνες της κλασικής αρχαιότητας, για τους εβραίους ή τους χριστιανούς θεολόγους να  αρνηθούν την ποιητικότητα του κόσμου. Ενώ λοιπόν,  η σκέψη του Νίτσε, εξαρτάται από την κλασική οντολογία, μιας που αναφέρεται στο ‘’Είναι’’, άμεσα ή έμμεσα, εντούτοις προετοιμάζει το δρόμο για μια άλλη ερώτηση, η οποία μένει να διερευνηθεί.

.                         Μια φιλική αντιπαράθεση με τη Νιτσεϊκή σκέψη

Η έμφαση στο Γίγνεσθαι και όχι στο Είναι,η βούληση γα δύναμη, ο υπεράνθρωπος και η αιώνια επιστροφή του ίδιου συνιστούν τις δομικές αρχές της ερμηνευτικής πρότασης του Νίτσε τόσο για το οντολογικό, όσο για το γνωσιοθεωρητικό αλλά και για το ανθρωπολογικό ζήτημα. Ο Νίτσε αντιστρέφει την πλατωνική οντολογική αντίθεση ανάμεσα στο Είναι και το Γίγνεσθαι, θέτει ως πρωταρχικό το Γίγνεσθαι και διακηρύτει την αθωότητα του Γίγνεσθαι. Η βούληση για δύναμη, ως μεταφυσική αρχή, τίθεται ως ενοποιητική αρχή για το ξεπέρασμα των δυϊσμών που κληρονόμησε το καντιανό σύστημα στην ηπειρωτική φιλοσοφία, δεν καταρθώνει όμως παρά να αντιστρέψει τα πρόσημα του μεταφυσικού-ιδεαλισμού, αφού θέτει τη βούληση της δύναμης ως πρωταρχικό αίτιο της Κοσμικής δημιουργίας. Ο υπεράνθρωπος ετεροπροσδιορίζεται από τον υπάνθρωπο και διατηρεί άρρηκτους δεσμούς μαζί του, έτσι  και οι δύο ανθρωπολογικού τύποι εκδηλώνονται ανθρωποκεντρικά. Η αιώνια επιστροφή του ίδιου αποτελεί ένα φαταλιστικό δόγμα το οποίο δέχεται ότι η μοίρα προκαθορίζει τα γεγονότα και αποκρυσταλλώνεται σ΄ αυτό που ο Νίτσε ονομάζει «αιώνια επιστροφή».Διατυπώνει αυτή τη θέση πιστεύοντας ότι απορρέει από το γεγονός ότι οι επιλογές μας είναι μετρήσιμες αλλά ο χρόνος είναι ΄΄απειρος. Συνεπώς, σύμφωνα με την εξήγησή του, ό,τι δύναται να συμβεί, θα επαναληφθεί άπειρες φορές. Ο φαταλισμός του έχει προοπτικό χαρακτήρα, αφορά σε όσα έχουν καταγραφεί στο βιβλίο της ζωής και στις σελίδες που ακολουθούν.Ο Νίτσε δεν προτείνει την παθητική μοιρολατρία αλλά την ενεργητική αγάπη της μοίρας (amor fati), όπως δίδασκαν οι στωικοί της ελληνιστικής περιόδου. Την θεωρία αυτή μπορούμε να την δεχτούμε όπως την παρουσιάζει, δηλαδή ως αποδοχή του αναπόφευκτου ή να την ερμηνεύσουμε ως ηθική προσταγή για έμπρακτη γενναιότητα και φρόνηση, ως «λύτρωση από το παρελθόν μέσα από μια αποφασιστική πράξη βούλησης», όπως μάς προτρέπει ο Ζαρατούστρα στο ομώνυμο έργο του.  Ενώ ο Κάντ αρνείται τη δυνατότητα εμπειρικής απόδειξης του θεού ή της αθανασίας της ψυχής. εντούτοις διατηρεί τόσο το θεό και την αθανασία της ψυχής ως αξιωματα του πρακτικού λόγου, ο Νίτσε πηγαίνει πέραν του Κάντ, σ΄αυτό το σημείο.  Με τη σκέψη της αιώνιας επιστροφής μάς καλεί να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς θεολογικό νόημα ή μεταφυσική εγγύήση που επαναλαμβάνει τον εαυτό της επ΄ άπειρον και επανέρχεται αδιάλειπτα. Η επιβεβαίωση αυτής της σκέψης θα σήμαινε, σύμφωνα με τον Νίτσε, ότι έχουμε υπερνικήσει τον μηδενισμό. Ο αθεϊσμός του Νίτσε δεν αποτελεί απλή δήλωση ότι δεν υπάρχει θεός αλλά αποτελεί προσπάθεια να χειραφετηθούν οι άνθρωποι από τα είδωλά τους στα οποία προσφεύγουν με δουλοπρέπεια. Να τονίσουμε ότι  ο Νίτσε επιτίθεται τόσο στον θεϊσμό όσο και στον πανθεϊσμό που διατύπωσε ο Σπινόζα, στον πανθεϊσμό διακρίνει την παρουσία του θεού σ΄ όλα τα πράγματα και έτσι δεν επιτρέπει να στοχαστούμε το σύμπαν χωρίς Θεό. Η προτροπή του Νίτσε να σκεφτούμε και να δοκιμάσουμε την εμπειρία μιας ζωής χωρίς μεταφυσική εγγύηση ή προδιαγεγραμένο νόημα νοηματοδοτείται μέσα στο πλαίσιο του νεώτερου υλιστικού και μηχανιστικού πνεύματος. Συγκεκριμένα ο Ντεκάρτ γράφει στους ‘’Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας’’, «η συνήθης αναζήτηση των τελικών αιτιών είναι εντελώς άχρηστη στη φυσική». Ο κόσμος δηλαδή δεν εκφράζει κανέναν σκοπό, κυβερνάται από φυσικούς νόμους για την εξακρίβωση των οποίων μπορούμε να καταβάλουμε τη μέγιστη προσπάθεια, αλλά οι οποίοι είναι αδιάφοροι στην ανθρώπινη προσπάθεια. Η γνώση του φυσικού σύμπαντος του Κοπέρνικου΄και του Γαλιλαίου είναι χωρίς νόημα ή τελικό σκοπό, μιας που το φυσικό σύμπαν είναι μια μηχανική κατάσταση με ντετερμινιστική λογική. Ο Κόσμος έχει νόημα ή σκοπό σε σχέση με ποιόν; Αν έχει νόημα σκοπό ή όχι ποιος θα το αποφασίσει; Αν αποφασίζει το ανθρώπινο υποκείμενο με τη βούλησή του τότε τί δίνει τη δυνατότητα στο υποκείμενο να αποφασίσει; Η δύναμη της βούλησης θα απαντούσε, μάλλον, ο Νίτσε, με αυτή την απάντηση όμως αναγορεύεται η βούληση για δύναμη σε υπερβατικό σημαίνον και έτσι συνεχίζει να περιστρέφεται ο τροχός της Δυτικής Μεταφυσικής. Το ερώτημα για το νόημα και το σκοπό και η δυνατότητα απόφασης μήπως συνιστά το υπερβατικό υπόβαθρο του Κόσμου και τοπο-θετεί τη συνείδηση σε σχέση με τον Κόσμο; Στις τοποθετήσεις του Νίτσε αποκαλύπτεται η γνωσιοθεωρητική διάκριση γνωρίζοντος υποκειμένου και αντικειμένου προς γνώση και διαφαίνεται η οντολογική διάσταση Κόσμου και Σκέψης, αφού διακρίνεται ο Κόσμος από τη Σκέψη και η ανθρωπολογική αντίθεση, αφού διακρίνεται η Φύση από τη Συνείδηση. Εύστοχα αναγνωρίζει ότι ο Κόσμος δεν είναι παρά σε σχέση με τη Σκέψη, αλλά και η Σκέψη δεν είναι παρά σε σχέση με τον Κόσμο, Σκέψη και Κόσμος συνανήκουν και συν-διαμορφώνονται συνιστούν Αυτό, που τα συνιστά, το Αόρατο ΕΝ, που δεν είναι αλλά ξετυλίγεται ως Κοσμικός Χωροχρόνος, ενιαία και πολυδιάστατα, συγχρονικά-διαχρονικά-πανχρονικά, τοπικά-οικουμενικά-συμπαντικά. Αυτό, το Αόρατο Εν που μετέχει σ΄όλα και όλα μετέχουν σ΄Αυτό, δεν έχει Λόγο να είναι, Άνοιγμα απεριόριστων δυνατοτήτων, Δυνατότητα απεριόριστων ανοιγμάτων.  Σκέψη και Κόσμος, το χωροχρονικό ξετύλιγμά της ά-τοπης τοπολογίας του Κενού, άλλη όψη του Πλήρους, διασπάται σε χωροχρονικές πολλαπλότητες από το ενσυνείδητο εγώ που κατασκευάζει κόσμους που έχουν λόγο και αιτία και αποβλέπουν σε σκοπούς, οι οποίοι διατρέχονται από μη λόγο, απροσδιοριστία  και τυχαιότητα. Φύση και Συνείδηση συνιστούν λογικές κατασκευές της Δογματικής μεταφυσικής-ιδεαλιστικής ή και υλιστικής φιλοσοφίας. Η Φύση πλάθεται από Συνείδηση και η Συνείδηση, Φυσικοποιείται, θα λέγαμε ότι συνιστούν μια ενιαία και διπλή ταυτόχρονα, όχι απλώς σχέση, αλλά ρυθμό που συντονίζεται σύμφωνα με τον Χρόνο και εξαιτίας του.

Εδώ να σημειώσουμε ότι η αιώνια επιστροφή του ίδιου συνιστά επιστροφή της αιωνιότητας και μέσα στην αιωνιότητα και όχι μέσα στο χρόνο. Όμως η αιωνιότητα είναι μια τροπικότητα του χρόνου, μια ιδέα που τίθεται στο χρόνο και με το χρόνο. Επίσης η ιδέα της αιώνιας επιστροφής του ίδιου, αποδέχεται ένα ‘’σύμπαν’’ που διέπεται από αναγκαιότητα, που  υποτάσσεται στην αναστρεψιμότητα,  στη συνέχεια και τη χρονική συμμετρία. Έτσι, όμως, υποβαθμίζεται ο δημιουργικός ρόλος της χαοτικότητας/τυχαιότητας του κόσμου, η ανάδυση του απρόσμενου και μη ορισμένου παράγοντα που αναδεικνύει καινοφανείς μορφές μη αναγώγιμες στο παρελθόν, που ‘’σπάει’’συμμετρίες, παράγει ασυνέχειες και μη αναστρέψιμες εξελίξεις. Σ΄αυτό το σημείο ο ίσκιος του νεώτερου επιστημολογικού κοσμοειδώλου, του νευτώνειου ντετερμινιστικού κόσμου κυκλώνει τη σκέψη του Νίτσε. Όσον αφορά το Θεό, ο Νίτσε στοχάζεται και επικρίνει εύστοχα το είδωλο του θεού που λατρεύεται ως φετίχ και παράγει διαμάχες και συμφορές. Δεν διακρίνει όμως τον θεό ως Ον, Ιδέα, ή Μορφή που έχει προκύψει από λογική αφαίρεση -απότοκη της ανθρωποκεντρικής έπαρσης και αλλαζονίας- από αυτό που μετέχει σ΄όλα δίχως αυτό να είναι Ιδέα, Ον ή Μορφή. Αυτό, το Αόρατο Εν που εκδηλώνεται στις πολλαπλές εκδηλώσεις του ορατού συνιστά το Ιερό του Κόσμου, Αυτό, το Ιερό του Κόσμου δείχνει την ενότητα του απεριόριστου και φιλοδωρεί τη συνείδηση της συνύπαρξης. Μ΄αυτή την έννοια το Ιερό που απο-καλύπτεται και συγκαλύπτεται, ταυτόχρονα, ξετυλίγει τη συνείδηση της κοσμικότητας του όντος, κάνει το ον να υπερβαίνει τη φαινομενικότητα της εγωϊστικής μικρότητάς του και να δεξιώνεται την Άχρονη Ολότητα, απόσπασμα της οποίας είναι και το ίδιο. Η ιερότητα της Άχρονης Ολότητας συνιστά την ψυχή του Όντος, την υπερβατική του διάσταση.

                         Η βούληση για δύναμη και ο ίσκιος της τεχνικής  

Η σκέψη του Νίτσε αναδεικνύονται στο φόντο μιας μυθολογίας, η οποία όμως διαφεύγει από τη στοχαστική εργασία του Νίτσε και γι΄αυτό διατηρείται άσκεφτη.  Η μυθολογία που αναφερόμαστε είναι η νεώτερη όσο και αρχαία, οντο-θεο-τεχνολογία. Η βούληση για δύναμη, που προτείνει ως αντίδοτο στην παρακμή και τον εκφυλισμό του ανθρώπου, ενώ φωτίζει τη θέληση για τεχνική, τη θέληση δηλαδή για οργάνωση, σχεδιασμό και στοχευμένη κατεύθυνση, μια βούληση κοσμική -που την εκφράζει ο εκκοσμικευμένος επιστημονικός ορθολογισμός – και όχι μεταφυσική, εντούτοις δεν κατορθώνει να σκεφτεί ότι η δύναμη και η ενέργεια της τεχνικής, που έρχεται απο μακριά και πηγαίνει μακριά, διαμορφώνει τη θέληση για δύναμη και διαμορφώνεται από αυτήν, δίχως όμως να ταυτίζεται. Να διευκρινήσουμε ότι δεν συγχέουμε τη τεχνική με τη τεχνολογία, η τεχνική είναι δύναμη και ενέργεια δόμησης-οργάνωσης, που διατρέχει, διαμορφώνει, αλλά διαφεύγει από το λόγο και βέβαια από τις υλοποιημένες εφαρμογές της. Η τεχνική, συνιστά πράττειν, είναι δύναμη και ενέργεια δόμησης – κωδικοποίησης μετάδοσης και ανταλλαγής πληροφορίας που το μετέωρο κέντρο της διαφεύγει, αν υπάρχει κέντρο. Βέβαια με την μορφή που την γνωρίζουμε η τεχνική είναι δημιουργία του νεώτερου κόσμου, απότοκη του υλιστικού, μηχανιστικού, ντετερμινιστικού και αναγωγιστικού τρόπου σκέπτεσθαι οι δομικές αρχές του οποίου είναι ο υπολογισμός, η μέτρηση και η ποσοτικοποίηση του παντός, η χειραγώγισή του με ηθικό σκοπό τον έλεγχο, την κτήση, την κατάκτηση  και την κυριαρχία καθετί υπαρκτού.

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟ – Η ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ ΤΟΥ ΑΟΡΑΤΟΥ

Ένα βλέμμα που επιχειρεί να σκεφτεί το μετέωρο και φευγαλέο κέντρο της σχέσης ανθρώπου και κόσμου και του αόρατου κέντρου τους, θα΄ηταν διαθέσιμο να τεθεί σε σχέση με τον κόσμο που δεν είναι ‘’αληθινός’’, ‘’καλός’’ ή όμορφος’’  ή το αντίστροφο, με τον κόσμο που δεν είναι, αλλά ξετυλίγεται χωροχρονικά, που τον προσεγγίζουμε και απομακρύνεται, που αφήνει σημεία στο δρόμο του, δίχως να αποκαλύπτει το μυστικό του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να δοκιμάσουμε την εμπειρία του, μια εμπειρία που κλονίζει εκ βάθρων τη διάκριση του υπερβατολογικού και του εμπειρικού και επιπλέον τη διάκριση της ενδοκοσμικότητας και της υπερβατικότητας. Ο Κόσμος, το Αόρατο Εν που εκδηλώνεται στις πολλαπλές όψεις ττου ορατού, ανατρέπει τις δομές και τις ιεραρχίες και δεν εγκλωβίζεται στις ιστορικές παραστάσεις και αναπαραστάσεις, ούτε στα νοητικά συστήματα, τις μεθοδολογίες και τις επιστημολογικές εξηγήσεις. Άλλωστε έγιναν προσπάθειες να προσεγγιστεί ο Κόσμος στην κατεύθυνση της ‘’φύσης’’, του ‘’θεού’’, του ‘’ανθρώπου΄΄,   έγιναν προσπάθειες να εξιχνιασθεί η ουσία του, να αποκαλυφθεί το μυστικό του και βέβαια προτάθηκαν οδοί σωτηρίας και υποσχέσεις λύτρωσης. Ο Ά-κοσμος κόσμος, το ξετύλιγμά του, ο αόρατος ρυθμός της χρονικής επιστροφής του Ίδιου που περιλαβάνει το Διαφορετικό, (Ίδιο και Διαφορετικό ως μια διαφορική ενότητα),. η φωνή του ερωτήματος – του οποίου ο άνθρωπος ειναι ο αγγελιοφόρος – που διαπνέει όλες τις ερωτήσεις και όλες τις απαντήσεις, διατηρείται αίνιγμα και αυτό το αίνιγμα μάς καλεί και μάς θέτει σε κίνηση.

Η ερώτηση που διατηρείται μετέωρη είναι: πώς να σκεφτούμε και να δοκιμάσουμε την εμπειρία αυτού που μάς δρομολογεί και μάς προσανατολίζει; Πώς να δεχτούμε αυτό που μάς εμψυχώνει, δίχως να απαντήσουμε καταφατικά, με παρηγορητικούς λόγους ή αρνητικά, με πεσσιμιστικούς αφορισμούς; Δίχως δηλαδή να το ορίσουμε και να το ονοματίσουμε; Δίχως να το κάνουμε Ιδέα, Όν ή Μορφή; Πώς να δοκιμάσουμε την εμπειρία της ενότητας και της διαφοράς Ανθρώπου και Κόσμου που συνδέονται άρρηκτα, που δονούνται στο μετέωρο ρυθμό του Χρόνου, ο οποίος αρνείται παραγωγικά, καταστρέφοντας, δημιουργεί και δημιουργώντας, καταστρέφει; Πώς να δεχτούμε το αρχέγονο παράδοξο συμβάν της δημιουργίας-καταστροφής χωρίς να το αποδώσουμε σε κάποια Αρχή που αποβλέπει σ΄έναν σκοπό; Πώς να δεχτούμε, ταυτόχρονα γέννηση και αφανισμό; Τη γέννηση που αφανίζει και τον αφανισμό που γεννάει; Όσοι εγγράφονται σ΄αυτές τις ερωτήσεις και πειραματίζονται με την εκμηδένιση του μηδενιστικού μηδενός, θέτουν τον εαυτό τους σε τροχιά ανάληψης του ανθρώπου, όχι στην κατεύθυνση του υπερανθρώπου ή του υπο-ανθρώπου, τύποι οι οποίοι ορίζονται ανθρωποκεντρικά, αλλά στην κατεύθυνση του κενού χωροχρόνου, αξεχώριστου από το Μηδέν. Η αδιάκοπη πορεία του ανθρώπου και του κόσμου, ο οποίος κατοικείται από τίποτα και που το κατοικεί, ξετυλίγει την αρχέγονη σπείρα του Κόσμου σημαδεμένη από το τίποτα που είναι το όριο των πάντων, που συνιστά το μέγιστο όριο. Μετακινούμαστε συνέχεια στο όριο του που μετακινείται και μάς παρασύρει εκεί από όπου προερχόμαστε, στην ά-τοπη τοπολογία του Κόσμου.